Κείμενο Άρθρου: 1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας.2. Αμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτεθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις υπόλοιπες περιστάσεις.
Η κατάσταση αμύνης, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα, είναι «λόγος άρσης του αδίκου». Αυτό σημαίνει ότι μια πράξη καταρχήν άδικη, δηλαδή παράνομη, αν κι εφόσον τελεστεί σε συνθήκες άμυνας και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, παύει να είναι άδικη και άρα ο αμυνόμενος/κατηγορούμενος απαλλάσσεται. Ας δούμε λοιπόν, μια προς μια τις προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης, ώστε μια άδικη πράξη να χαρακτηρισθεί ως τελεσθείσα σε περίπτωση άμυνας.
Α) Για να δικαιολογηθεί η άμυνα πρέπει βεβαίως να υπάρξει επιτιθέμενος και μια παρούσα και άδικη επίθεση.1) ως επίθεση εννοούμε μια ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία θέτει σε κίνδυνο ή απειλεί ή στρέφεται κατά έννομων αγαθών, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η γενετήσια αξιοπρέπεια, η περιουσία. Σημειωτέον, ότι ο νόμος δεν κάνει λόγο για ποια αγαθά επιτρέπεται η άμυνα, υπό τη σκέψη ότι όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου προστατεύονται. Στην επίθεση πάλι, ως επίθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί η επικίνδυνη συμπεριφορά ενός ζώου (αυτή η περίπτωση αντιμετωπίζεται ως κατάσταση ανάγκης, άρθρο 25 Π.Κ.). 2) Η επίθεση πρέπει να είναι άδικη. Θα πρέπει δηλαδή, προκειμένου να δικαιολογηθεί άμυνα, η επίθεση να στρέφεται κατά κανόνα δικαίου, δεν εννοείται π.χ. άμυνα από τον ληστή κατά του θύματος το οποίο αντιδρά και προσπαθεί να προστατέψει τον εαυτό του και την περιουσία του.3) Η επίθεση πρέπει να είναι παρούσα, να επίκειται δηλαδή άμεσα, καθώς και να έχει αρχίσει ΌΧΙ όμως να έχει τελειώσει. Η επίθεση θεωρούμε ότι είναι παρούσα όταν δεν υπάρχουν πια χρονικά περιθώρια αναμονής, χωρίς να υπάρξει βλάβη του αγαθού που απειλείται. Π.χ. ο Α λέει στον Β «θα σε καθαρίσω ρε» και επιχειρεί να βγάλει περίστροφο το οποίο έχει σε εμφανή θέση. Πριν σημαδέψει , ο Β προλαβαίνει και τον χτυπά πρώτος, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταφέρει να χρησιμοποιήσει το (ο Α) το περίστροφό του. Δεν απαιτείται δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στάση αναμονής του Β, διότι η επίθεση από μέρους του Α έχει ήδη ξεκινήσει με το «τράβηγμα» του περιστρόφου και άρα η ζωή του Β βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, δεν μπορεί να περιμένει περισσότερο, πρέπει να αντιδράσει. Η πράξη του, η πλήξη δηλαδή του Α, θα κριθεί ως πράξη τελεσθείσα σε κατάσταση αμύνης.Όπως ήδη αναφέραμε, η επίθεση ΔΕΝ πρέπει να έχει ολοκληρωθεί, διότι τότε δεν θα μιλάμε για κατάσταση αμύνης. Παράδειγμα: ο Α δέρνει τον Β και το συμβάν λήγει. Την επόμενη ημέρα, ή την μεθεπόμενη, ή μετά από κάποιες ώρες, ο Β αφηνιασμένος, αναζητά τον Α και αφού τον βρίσκει τον χτυπάει. Η πράξη του Β ασφαλώς δεν θεωρείται άμυνα, αλλά αντιθέτως επίθεση.4) η επίθεση στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή κατά τρίτου. Για να δικαιολογηθεί η άμυνα δεν είναι δηλαδή αναγκαίο η επίθεση να στρέφεται κατά του αμυνομένου, μπορεί να στρέφεται και κατά τρίτου ο οποίος ενδεχομένως να μην έχει τη δυνατότητα αμύνης.
Α) Για να δικαιολογηθεί η άμυνα πρέπει βεβαίως να υπάρξει επιτιθέμενος και μια παρούσα και άδικη επίθεση.1) ως επίθεση εννοούμε μια ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία θέτει σε κίνδυνο ή απειλεί ή στρέφεται κατά έννομων αγαθών, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η γενετήσια αξιοπρέπεια, η περιουσία. Σημειωτέον, ότι ο νόμος δεν κάνει λόγο για ποια αγαθά επιτρέπεται η άμυνα, υπό τη σκέψη ότι όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου προστατεύονται. Στην επίθεση πάλι, ως επίθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί η επικίνδυνη συμπεριφορά ενός ζώου (αυτή η περίπτωση αντιμετωπίζεται ως κατάσταση ανάγκης, άρθρο 25 Π.Κ.). 2) Η επίθεση πρέπει να είναι άδικη. Θα πρέπει δηλαδή, προκειμένου να δικαιολογηθεί άμυνα, η επίθεση να στρέφεται κατά κανόνα δικαίου, δεν εννοείται π.χ. άμυνα από τον ληστή κατά του θύματος το οποίο αντιδρά και προσπαθεί να προστατέψει τον εαυτό του και την περιουσία του.3) Η επίθεση πρέπει να είναι παρούσα, να επίκειται δηλαδή άμεσα, καθώς και να έχει αρχίσει ΌΧΙ όμως να έχει τελειώσει. Η επίθεση θεωρούμε ότι είναι παρούσα όταν δεν υπάρχουν πια χρονικά περιθώρια αναμονής, χωρίς να υπάρξει βλάβη του αγαθού που απειλείται. Π.χ. ο Α λέει στον Β «θα σε καθαρίσω ρε» και επιχειρεί να βγάλει περίστροφο το οποίο έχει σε εμφανή θέση. Πριν σημαδέψει , ο Β προλαβαίνει και τον χτυπά πρώτος, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταφέρει να χρησιμοποιήσει το (ο Α) το περίστροφό του. Δεν απαιτείται δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στάση αναμονής του Β, διότι η επίθεση από μέρους του Α έχει ήδη ξεκινήσει με το «τράβηγμα» του περιστρόφου και άρα η ζωή του Β βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, δεν μπορεί να περιμένει περισσότερο, πρέπει να αντιδράσει. Η πράξη του, η πλήξη δηλαδή του Α, θα κριθεί ως πράξη τελεσθείσα σε κατάσταση αμύνης.Όπως ήδη αναφέραμε, η επίθεση ΔΕΝ πρέπει να έχει ολοκληρωθεί, διότι τότε δεν θα μιλάμε για κατάσταση αμύνης. Παράδειγμα: ο Α δέρνει τον Β και το συμβάν λήγει. Την επόμενη ημέρα, ή την μεθεπόμενη, ή μετά από κάποιες ώρες, ο Β αφηνιασμένος, αναζητά τον Α και αφού τον βρίσκει τον χτυπάει. Η πράξη του Β ασφαλώς δεν θεωρείται άμυνα, αλλά αντιθέτως επίθεση.4) η επίθεση στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή κατά τρίτου. Για να δικαιολογηθεί η άμυνα δεν είναι δηλαδή αναγκαίο η επίθεση να στρέφεται κατά του αμυνομένου, μπορεί να στρέφεται και κατά τρίτου ο οποίος ενδεχομένως να μην έχει τη δυνατότητα αμύνης.
Β) Η Άμυνα. Σύμφωνα με το άρθρο 22 Π.Κ. η αμυντική δράση του αμυνόμενου, συνίσταται στην αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου προς υπεράσπιση του εαυτού του ή τρίτου.Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον νόμο η «αναγκαία προσβολή» του επιτιθέμενου. Ως αναγκαία προσβολή θα μπορούσαμε να ορίσουμε την «βλάβη» των έννομων αγαθών του επιτιθέμενου (π.χ. τη σωματική του ακεραιότητα) η οποία οδηγεί σε άμεση και οριστική απόκρουση της επίθεσης. Η άμυνα δηλαδή φτάνει μέχρι το σημείο εκείνο όπου το αγαθό που απειλήθηκε από τη επίθεση δεν κινδυνεύει πια. Ο αμυνόμενος θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την δράση που απαιτείται για την προστασία του απειλούμενου έννομου αγαθού και μέχρι εκεί!Η άμυνα διέπεται δηλαδή από την λεγόμενη αρχή της αναγκαιότητας, είναι οριοθετημένη και η σφοδρότητά της εξαρτάται από το αγαθό που απειλήθηκε, από την σφοδρότητα και επικινδυνότητα της επίθεσης, από τους εμπλεκόμενους κλπ. Π.χ. άμυνα ενός ενηλίκου κατά «επίθεσης» από ένα νήπιο δεν νοείται, διότι πολύ απλά η σφοδρότητα της επίθεσης θα είναι τόσο ισχνή που οποιαδήποτε άμυνα θα θεωρηθεί υπερβολική, καθ’ υπέρβαση του μέτρου της αναγκαιότητας και άρα επίθεση. Σε περίπτωση που ο αμυνόμενος έχει περισσότερες επιλογές αμύνης, οφείλει, λόγω του μέτρου της αναγκαιότητας, να επιλέξει τον ηπιότερο, τον τρόπο εκείνον δηλαδή που θα επιφέρει την μικρότερη δυνατόν βλάβη στον επιτιθέμενο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα αποκρουστεί η επίθεση. Τόσο στη νομολογία όσο και στη θεωρία, συζητείται το θέμα της φυγής, εάν δηλαδή ο αμυνόμενος οφείλει να επιλέξει την φυγή ως τρόπο άμυνας, όταν αυτή είναι εφικτή. Η επικρατούσα τάση είναι ότι η δυνατότητα φυγής δεν μπορεί να επιβληθεί ως μέσο άμυνας, και αυτό διότι εκτός του ότι είναι πράξη ατιμωτική ιδίως για εντεταλμένα όργανα, δεν αποτελεί πάντα επιλογή ούτε είναι ηθικά σωστό το δίκαιο να υποχωρεί απέναντι στο άδικο. Πέραν αυτού, η δυνατότητα φυγής δεν μπορεί πάντα να εξετασθεί αντικειμενικά, δεν είναι δηλαδή εφικτό το Δικαστήριο να εξετάσει εάν πράγματι ο αμυνόμενος μπορούσε να διαφύγει. Ακόμη και αν η επίθεση έλαβε χώρα σε ανοιχτό χώρο, ενδεχομένως ο αμυνόμενος να μην μπορεί να διαφύγει λόγω τραυματισμού, σαστίσματος, ή επειδή συνοδεύει άτομο που δεν μπορεί να τρέξει. Πέραν τούτου, το ίδιο το άρθρο 22 Π.Κ. δεν προβλέπει τη φυγή ως μέσο αμύνης, αλλά ρητά ορίζει την άμυνα ως « την αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου». Υπάρχουν κι άλλοι παράμετροι όπως η υπέρβαση αμύνης καθώς και η υπαίτια άμυνα, οι οποίες όμως θα κουράσουν και δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς του συγκεκριμένου κειμένου. Ως νομικός και ως εκπαιδευτής της Kapap Academy θεωρώ τα παραπάνω αρκετά, ώστε να κατανοήσει ο εκπαιδευόμενος , τα όρια εντός των οποίων οφείλει και δικαιούται να δράσει προκειμένου αφενός να προστατεύσει τον εαυτό του ή τρίτους, αφετέρου να αντιμετωπίσει όσο το δυνατόν λιγότερα νομικά προβλήματα και τελικώς να απαλλαγεί, σε περίπτωση που βρεθεί ενώπιον Δικαστηρίου.
ΠΗΓΗ: KAPAP ACADEMY - Self Protection and Education (Facebook Page)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου